Αθλητισμός χωρίς εξουσία

[en français en dessous]

Αθλητισμός χωρίς εξουσία:

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΡΦΗ ΩΣ ΤΑ ΝΥΧΙΑ

Ο αθλητισμός πηγάζει από την παιδική μας ηλικία και τα ζωικά μας ένστικτα. Όλα τα παιδικά παιχνίδια, ξεκινώντας από τις αθλητικές δραστηριότητες, αποτελούν αναπαραγωγή ζωικών σχημάτων που αποσκοπούν, σε όλα τα είδη, στο να μας μάθουν την ενήλικη ζωή μέσα από τη διασκέδαση και τη φαντασία. Το σημαντικό είναι ότι το παιχνίδι χωρίς διακύβευμα της παιδικής ηλικίας σε ανθρώπους και ζώα μας προετοιμάζει για τις προκλήσεις της μετέπειτα ζωής και μας δίνει τη δυνατότητα για μια σταδιακή είσοδο στον κόσμο των «μεγάλων», ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα την αυτονομία και τις πιθανές συνεργίες με τους υπολοίπους.

Η άθληση είναι λοιπόν μια απόπειρα να μεγαλώσουμε και με αυτό κατά νου, να θέσουμε τα δικά μας μέτρα και σταθμά έναντι των άλλων στα πλαίσια της κοινωνικοποίησης. Το αθλητικό παιχνίδι μας μαθαίνει ότι δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς δεσμό ούτε δεσμός χωρίς ελευθερία, ότι το άτομο έχει ανάγκη το σύνολο και το αντίστροφο, καθώς και ότι το κύριο δίλημμα που θέτει βρίσκεται στην αναζήτηση μιας ισορροπίας ανάμεσα στο εγώ και στο εμείς. Υπό τις συνθήκες αυτές, η άθληση ευνοεί την ανάπτυξη του ατομικού στο συλλογικό, μέσα από την ανακάλυψη των σωματικών και νοητικών ιδιοτήτων μας και την τελειοποίησή τους. Η έκφραση «όταν αθλείται κανείς, μεγαλώνει» δε σημαίνει να συντρίψουμε τους άλλους, αλλά να αναπτυχθούμε μαζί τους, μέσα από μια διαδικασία που θέτει εξαρχής ένα συλλογικό στόχο, ακόμα και στα λεγόμενα ατομικά αθλήματα.

Η εξουσία έχει οικειοποιηθεί τον αθλητισμό στο όνομα της γενικευμένης παρερμηνείας της ζωής.

Για να διατηρήσει τη θέση της και να διευρύνει την κυριαρχία της, η εξουσία αλλάζει καθημερινά το νόημα των λέξεων, των ιδεών, των συμβάντων της όλης ζωής. Κατά τον ίδιο τρόπο αλλάζει το νόημα της άθλησης, αντικαθιστώντας το παιχνίδι με το διακύβευμα. Ένα παγκόσμιο κύπελλο ή ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα σκόπιμα μετατοπίζει το διακύβευμα στο εσωτερικό σταδίων αφήνοντας μας να πιστεύουμε ότι εκτός του σταδίου η ζωή δεν είναι παρά ένα παιχνίδι (εξουσίας, χρημάτων, εντυπωσιασμού κ.λπ.). Η εξουσία οικειοποιείται τον αθλητισμό: έναν απολυταρχικό και ματαιόδοξο αθλητισμό στο όνομα της γενικευμένης παρερμηνείας της ζωής. Τα αθλητικά διακυβεύματα, γελοία και χωρίς μέτρο, ρίχνονται στο μίγμα των καθεστωτικών μέσων ως αντιπερισπασμός για να περάσουν σιωπηρά τα πραγματικά διακυβεύματα, έξω από τα στάδια. Οι ορδές πειθήνιων παραιτημένων ανθρώπων έχουν ανάγκη από τέρψη για να ξεχάσουν τι πραγματικά συμβαίνει. Αυτού του είδους η άθληση, στο αντίποδα του πραγματικού παιχνιδιού, βυθισμένη σε ανυπόφορα διακυβεύματα και στην εξύμνηση της εξουσίας και των ανισοτήτων, δεν είναι παρά ένα θέαμα όπως όλα τα θεάματα που αποσπούν την προσοχή των σύγχρονων σκλάβων από τη δουλική υπόσταση της αναξιοπρεπούς ύπαρξής τους. Ένα θέαμα που στοχεύει επίσης στο διαίρει και βασίλευε, καλλιεργώντας την εθνική ταυτότητα και υπερτονίζοντας μια κατασκευασμένη αντιπαράθεση μεταξύ του προλεταριάτου, το οποίο ωστόσο έχει το ίδιο πρωταρχικό συμφέρον: την ανατροπή της αστικής τάξης και την οικοδόμηση μιας ελεύθερης κοινωνίας που θα βασίζεται στην κοινωνική ισότητα.

Στον αντίποδα του απολυταρχικού και ματαιόδοξου αθλητισμού, ο αθλητισμός χωρίς εξουσία είναι ένα διάλειμμα, μια παρένθεση, μια δωρεάν στιγμή, χρόνος που αφιερώνουμε σε εμάς, με ή χωρίς τους άλλους. Η άθληση χωρίς την εξουσία είναι παραδόξως μια διακοπή, όπως οι ανακωχές κατά τη διάρκεια των πρώτων ολυμπιάδων στην αρχαιότητα διαχώριζαν την άθληση από το διακύβευμα. Ο αθλητισμός χωρίς την εξουσία είναι μια συζήτηση και όχι μια μάχη. Παραλληλίζεται με τις διαπραγματεύσεις ειρήνης και τις διάφορες αδελφοποιήσεις αρχαίων ελληνικών πόλεων. Γιατί αυτό που μετράει δεν είναι να ξεπεράσουμε τους άλλους, αλλά να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας. Για αυτό όμως χρειαζόμαστε τους άλλους ως σημεία αναφοράς, ως συντρόφους για να μας επιδοκιμάσουν, ως αντιπάλους για να μας ερεθίσουν. Ακόμα και ο αντίπαλος είναι στην πραγματικότητα ένας σύντροφος που αναλαμβάνει έναν άλλο ρόλο για την περίσταση σε ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμών. Για να έρθουμε αντιμέτωποι με τον εαυτό μας.

Ανυπακοή στον απολυταρχικό και ματαιόδοξο αθλητισμό.

Για τους λόγους αυτούς, η απόρριψη κάθε είδους άθλησης με την δικαιολογία ότι γοητεύει τα πλήθη είναι παράλογη, ακριβώς σαν να απορρίπταμε κάθε είδους παιχνιδιού ή χιούμορ επειδή η ψυχαγωγία χρησιμοποιείται από την εξουσία για να μας παραπλανά. Η εξουσία πράγματι μας χειραγωγεί με άρτο και θεάματα. Η ανυπακοή ωστόσο στον απολυταρχικό και ματαιόδοξο αθλητισμό, ως εμπόρευμα και θέαμα, μας ωθεί στην επανοικειοποίηση ενός κοινού αγαθού που έχει διαστρεβλώσει η εξουσία. Μπορούμε να απειθαρχήσουμε στην πολεμική, ματαιόδοξη και σοβινιστική μορφή του αθλητισμού, χωρίς να απορρίψουμε εξ’ ολοκλήρου την ιδέα της φυσικής άσκησης με τη μορφή παιχνιδιού που χαρακτηρίζει το άθλημα.

Ένας διαφορετικός αθλητισμός είναι εφικτός, που θα βασίζεται στη συνεργασία, την απλότητα, την αδελφοσύνη και την αμοιβαία ευχαρίστηση και όχι στον ανταγωνισμό, την πολυπλοκότητα, το πολεμικό μίσος και την ευχαρίστηση που απορρέει από την κυριαρχία πάνω στον άλλο. Ένας αθλητισμός που δεν θα συγχέει το παιχνίδι με το διακύβευμα.

Αυτού του είδους ο αθλητισμός είναι ήδη εδώ, όπως και πολλές εναλλακτικές στην καπιταλιστική τυραννία. Είναι εδώ για να πειραματιστούμε, να σκεφτούμε, να μοιραστούμε, να διαδώσουμε, βεβηλώνοντας τα είδωλά τους που δεσπόζουν σε βουνά από χρήμα.

Η επανάσταση πρέπει να συμβαίνει παντού: από την κορφή ως τα νύχια.

Yannis Youlountas

(Φωτογραφία Λιβας Α.Σ. Ρεθυμνου και Αετός Ανωγείων, μετάφραση Marietta)

– – – – –

Le sport sans le pouvoir :

FAIRE LA RÉVOLUTION DE LA TÊTE AUX PIEDS

Le sport plonge ses racines dans l’enfance, jusqu’à nos origines animales. Tous les jeux enfantins, à commencer par les activités sportives, sont une reproduction des schémas animaliers qui visent, dans toutes les espèces, l’apprentissage de la vie d’adulte par l’amusement et la mise en situation fictive. L’essentiel est que le jeu sans enjeu de l’enfance humaine ou animale prépare aux enjeux de l’existence postérieure et permette l’entrée progressive dans le monde des « grands », découvrant à la fois l’autonomie et les synergies possibles avec autrui.

Faire du sport, c’est donc tenter de grandir et, à cette fin, prendre sa propre mesure et celle d’autrui dans une socialisation à part entière. Le jeu sportif nous suggère qu’il n’y a pas de liberté sans lien ni de lien sans liberté, que l’individu a besoin du collectif et réciproquement, et que sa principale problématique se situe dans une recherche d’équilibre entre le je et le nous. Dans ces conditions, le sport favorise le développement du singulier dans l’universel, à travers la découverte de ses facultés corporelles et cérébrales et leur perfectionnement. Car l’expression « faire du sport, c’est grandir » ne signifie pas écraser les autres mais croître avec eux, dans une émulation qui n’omet pas la fin collective de la démarche, et ce, même dans les sports dits individuels.

Le pouvoir a fait du sport sa chose, au service du contresens généralisé de la vie.

Pour se maintenir en place et amplifier sa domination, le pouvoir inverse quotidiennement le sens des mots, des idées, des événements et de la vie toute entière. Et c’est ainsi qu’il inverse également celui du sport, en substituant le jeu par l’enjeu. Une coupe du monde ou un euro de football permet ainsi de déplacer délibérément l’enjeu à l’intérieur des stades en laissant croire qu’au-dehors la vie n’est qu’un jeu (de pouvoir, d’argent, d’apparences…). Le pouvoir fait du sport sa chose : un sport autoritaire et vaniteux au service du contresens généralisé de la vie. Les enjeux sportifs, ridicules et démesurés, sont montés en mayonnaise par les médias du pouvoir parce que ce dernier a besoin de diversions pour passer sous silence les enjeux réels, à l’extérieur des stades, et parce que la cohorte des résignés a besoin de divertissements pour les oublier. Ce sport-là, aux antipodes du jeu tant il est submergé par des enjeux insupportables et la célébration du pouvoir et des inégalités, n’est qu’un spectacle de plus parmi ceux qui détournent les esclaves modernes de leur condition servile et de leur existence indigne. Un spectacle qui sert également à diviser pour mieux régner, en cultivant l’identité nationale et en exacerbant une opposition fabriquée de toutes pièces entre des prolétariats qui ont pourtant exactement le même intérêt primordial : renverser la bourgeoisie et construire une société émancipatrice basée sur l’égalité sociale.

A l’inverse du sport autoritaire et vaniteux, le sport sans le pouvoir est une pause, une parenthèse, un moment gratuit, c’est-à-dire un temps pris sur soi et pour soi, avec ou sans autrui. Le sport sans le pouvoir est paradoxalement un arrêt, à l’instar des trêves qui marquaient les premières olympiades antiques, séparant jeu et enjeu. Le sport sans le pouvoir est un débat et non un combat. D’où sa mise en parallèle avec des négociations de paix, à côtés des stades, et diverses fraternisations entre les cités grecques antiques. Le sport sans le pouvoir est une respiration. Car ce qui compte n’est pas tant de dépasser les autres que de se dépasser soi-même. Et pour cela, on a besoin d’eux : comme points de repères pour nous situer, comme partenaires pour nous éprouver, comme adversaires pour nous stimuler. A ce titre, même l’adversaire est en réalité un partenaire qui revêt une fonction spécifique pour la circonstance, la plus respectable qui soit, dans un jeu de miroirs. Celle de nous confronter à nous-même.

Désobéir au sport autoritaire et vaniteux.

C’est pourquoi rejeter toute idée du sport au prétexte de son usage fascisant est aussi absurde qu’abandonner toute forme de jeu ou d’humour en observant que le divertissement sert souvent de diversion au pouvoir. Ce n’est pas parce que ce dernier nous manipule avec du pain et des jeux que nous devons pour autant renoncer à aimer nous mettre à table, trinquer et nous amuser. Désobéir au sport autoritaire et vaniteux – temple de la marchandise et du spectacle -participe à la reconquête du bien commun que le pouvoir s’attribue et défigure. On peut désobéir à la forme guerrière, vaniteuse et chauvine du sport, sans rejeter entièrement l’idée de l’activité physique ludique qui caractérise aussi le sport.

Un autre sport est possible, basé sur la coopération, la simplicité, la fraternité et le plaisir partagé ; et non sur la compétition, la sophistication, la haine guerrière et le plaisir tiré de la domination d’autrui. Un sport qui n’inverse pas le jeu et l’enjeu.

Cet autre sport est déjà là, comme beaucoup d’alternatives à la tyrannie capitaliste et auroritaire. Mais il est à expérimenter, à penser, à partager, à diffuser, tout en désacralisant les idoles qui règnent sur leur montagne de fric.

La révolution est à faire dans tous les domaines : de la tête au pieds.

Yannis Youlountas